Protest

Protest

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Η χώρα των αισθήσεων και των παραισθήσεων

«Όμορφη και παράξενη πατρίδα ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα..» έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης όταν διατύπωνε τόσο μεστά μια απ’ τις μεγαλύτερες αλήθειες για τη χαρισματική φυσική ομορφιά της Ελλάδας. Η χώρα με τις τόσο μεγάλες αντιθέσεις, με τις θάλασσες και τις στεριές της, η γενέτειρα ενός απ’ τους μεγαλύτερους αρχαίους πολιτισμούς, η θερμοκοιτίδα της δημοκρατίας και κοσμήτωρ του ελεύθερου πνεύματος είναι η ίδια που στις μέρες μας κατάντησε η χωματερή της ιστορίας. Οι τέχνες, τα γράμματα, η φιλοσοφία, οι επιστήμες που άνθισαν σ’ αυτόν τον τόπο προδίδοντας το μεγαλειώδη χαρακτήρα ενός πραγματικά αξιοζήλευτου λαού δε μαρτυρούσαν το μέγεθος του καταστροφικού εξευτελισμού στον οποίο θα έφτανε η χώρα μας. Από πολίτες γεμάτοι αρετές μετατραπήκαμε σε ανθρωπάκια που βρίθουν από ελαττώματα. Πότε θα σταματήσει άραγε αυτή η κατρακύλα και κατά πόσο είναι δυνατόν να την αλλάξουμε;

Το πρώτο δίμηνο της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα βρήκε τη χώρα μας να διανύει το τρίτο τρίμηνο παρέμβασης του ΔΝΤ στη διακυβέρνηση και στη διαχείριση πρωτίστως των δημοσιονομικών μας, και ένα λαό να ταλαντεύεται μεταξύ ανυπαρξίας και επιβίωσης εξαρτώμενο από πολιτικά ζόμπι. Με μεγάλη μου λύπη διαπιστώνω καθημερινά πως η ανυπαρξία κάθε αισθήματος δικαίου, θεμέλιο απαραίτητο για να ορθοποδήσει μια παρακμάζουσα κοινωνία, έχει γίνει νόμος. Ο οικονομικός μαρασμός και οι ευτελείς συνθήκες διαβίωσης του ελληνικού λαού είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός αν κοιτάξουμε το ύψος των μισθών και των συντάξεων, τη συνεχώς αυξανόμενη φορολογία, τον πληθωρισμό, το ΑΕΠ και το μέγεθος του χρέους. Γι’ αυτά μιλούν ξεκάθαρα οι αριθμοί. Την καθημερινή απαξίωση όλων των μη ισχυρών κοινωνικών ομάδων και τη διάβρωση πολλών επαγγελματικών κλάδων, όμως, τη μαρτυρά η καθημερινότητα. Τα συνεχώς αφαιρούμενα δικαιώματα των εργαζομένων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, η καταδίωξη μόνο των ανίσχυρων που προβαίνουν σε οικονομικές παραβάσεις, η επιβολή νόμων κόντρα σε κάθε λογική και μέσα σε ένα πλαίσιο που δεν υπάρχει ηθική νομιμοποίηση, η σύγκρουση συμφερόντων των λίγων με τους πολλούς και η διάτρηση των θεμελίων του θεσμού-δικαιώματος της απεργίας είναι δείκτες έλλειψης κάθε μορφής κοινωνικής δικαιοσύνης.

Πρόσφατα, τέθηκε για άλλη μια φορά ζήτημα κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου, το μείζον πρόβλημα της μεταναστευτικής πολιτικής μετατράπηκε σε επίθεση ενάντια σε απελπισμένους ανθρώπους που προσπαθούν απεγνωσμένα να ζήσουν αιτώντας τα αυτονόητα, και τα μεγαλύτερα πολιτικά σκάνδαλα στην ιστορία της μεταπολίτευσης τοποθετήθηκαν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας μετά από μερικές εξεταστικές επιτροπές-παρωδίες. Ποιος είναι ο υπαίτιος και θύτης όλων αυτών; Η πολιτική μας ηγεσία φυσικά. Αυτοί οι άνθρωποι που έφεραν σήμερα τη χώρα μας στη δίνη της έξωθεν διακυβέρνησης με τις εσκεμμένες οικονομικές ατασθαλίες στους χειρισμούς της κρατικής περιουσίας και τις μίζες τους. Αυτοί οι άνθρωποι που χαρακτηρίζουν την απεργία των εργαζόμενων παράνομη, τη διαμαρτυρία των απολυμένων καταστρατήγηση της δημοκρατίας, την κατάληψη ενός πανεπιστημίου κατάχρηση εξουσίας. Αυτοί οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν τους οικονομικούς μετανάστες ως παράσιτα, τους Έλληνες πολίτες ως είλωτες και τους μεγάλους οικονομικούς παράγοντες ως εθνοσωτήρες. Είναι αυτοί οι ίδιοι θρασείς πολιτικοί εγκληματίες.

Πριν, λοιπόν, αυτά τα ζόμπι που μολύνουν συνεχώς την ελληνική κοινωνία και δε λένε να σταματήσουν, ξεπουλήσουν και την ελληνική γη ακόμα, ας τα εξολοθρεύσουμε εμείς. Είναι ώρα η Ελλάδα να καθαρίσει τη βρωμιά του παρελθόντος και να πορευθεί σ’ ένα ευοίωνο μέλλον. Θέλω να πιστεύω πως στην καρδιά κάθε Έλληνα είναι ριζωμένο βαθιά ένα αληθινό αίσθημα δικαίου. Δεν ξέρω αν είναι ουτοπικό μα ας αντλήσουμε λίγο απ’ το περισσευούμενο των Αιγυπτίων.

Θα μπορούσα να κάνω καθαρή πολιτική ανάλυση σε κάθε ζήτημα ξεχωριστά αλλά αυτή τη στιγμή δε θέλω. Συγχωρέστε με για το συγγραφικό παροξυσμό μου άλλα δε μπορώ να παρακολουθήσω πια τις εξελίξεις. Προτού η κατάσταση φτάσει στο απροχώρητο ας αναλάβουμε δράση. Καλύτερα μια κοινωνία με χάος παρά ένα χάος χωρίς κοινωνία.